Άργος ΟρεστικόΚαστοριάΠαλαιά Καστοριά

76 χρόνια πριν: Η 28 Oκτωβρίου του 1940 στη Λάγκα – Αφήγηση του Φιλ. Ριζόπουλου

550_334_183345-1

«Μόλις είχα κλείσει τα 11. Και βέβαια θυμάμαι. Δε ξεχνιέται τέτοια μέρα…

Του Αη-Δημήτρη μετά το σχολείο, είχαμε πάει όλοι μαζί (η οικογένεια) να μαζέψουμε τα κάστανά μας. Να κεράσουμε και από αυτά όσους ερχόταν για τη γιορτή του Τάκη (αδερφού).  Είχαμε μία καστανιά, εκεί όπου σήμερα λέμε το δέντρο του «Λάγουρι» και μερικές ακόμη στο «Ρουμάνι».
Την άλλη μέρα, μας έβαλε ο πατέρας να στοιβάξουμε τα ξύλα που είχαμε μεταφέρει από το βουνό. Είχαμε ταΐσει τον γάιδαρο μας, πήγαμε και στα άλλα ζωντανά μας. Τις κατσίκες και τις αγελάδες μας. Είμασταν όλοι κατάκοποι.
Θυμάμαι το βράδυ κούρνιαξα δίπλα στο τζάκι. Έκανε πολύ κρύο. Παρακαλούσα να χιονίσει… παιδί βλέπεις….  Με πήρε ο ύπνος και δε κατάλαβα πως βρέθηκα στο κρεβάτι μαζί με τα άλλα αδέρφια μου.
Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, ξύπνησα πάρα πολύ νωρίς. Σκοτάδι ακόμη έξω. Σηκώθηκα να δω αν χιονίζει, τίποτε… απογοήτευση….
Το Σάββατο στο σχολείο, ο Τσίκρικας ο δάσκαλος μου ζήτησε να πω το «Πιστεύω». Κάπου μπερδεύτηκα, μάλλον δεν το ήξερα ολόκληρο και … 50 «βιτσιές» στα χέρια… κι άλλες 10 από την άλλη δασκάλα την Κουσόλια. Από αυτή κι αν πόνούσε…. Και έπρεπε σήμερα, τη μέρα αυτή να το πω και πάλι ολόκληρο χωρίς να κάνω λάθος. Η σκέψη αυτή με στεναχώρησε, αφού από τις δουλειές της οικογένειας δε μπόρεσα να διαβάσω και να το μάθω. Ξάπλωσα και άρχισα να σκέφτομαι τι δικαιολογίες θα πω…
Πρέπει να με είχε πάρει και πάλι ο ύπνος όταν άκουσα την καμπάνα του σχολείου, που τότε ήταν ακριβώς πάνω από το σπίτι μας, εκεί που είναι σήμερα η εκκλησία….. Μα τι χτύπημα ήταν αυτό… πρώτη φορά κάτι τέτοιο.
Σηκωθήκαμε όλοι και άκουσα τη μητέρα που έλεγε πως κάτι έγινε, όλοι μαζεύονται εκεί (στην πλατεία) και πως ο πρόεδρος κάτι θέλει να μας πει.
Ντυθήκαμε όλοι βιαστικά και τρέξαμε και εμείς τα παιδιά.  Παρά το κρύο, γελούσαμε και παίζαμε με τα άλλα παιδιά που σιγά σιγά ερχόντουσαν. Όταν ήρθε ο πρόεδρος έπεσε μια απίστευτη σιωπή. Λακωνικά τα λόγια του: «Συγχωριανοί, οι Ιταλοί μας κήρυξαν τον πόλεμο. Κηρύχθηκε γενική επιστράτευση».
Τότε άρχισαν να ακούγονται διάφορα. Κατάρες για τους Ιταλούς, λόγια περηφάνειας για τον Ελληνικό στρατό… στην αναμπουμπούλα και τι δεν άκουγες….
Εγώ σαν παιδί, το πρώτο που σκέφτηκα ήταν αν κάνουνε μάθημα, αλλά και όλα τα παιδιά αυτό ρωτούσαμε. Κανείς δε μας απαντούσε, μας έλεγαν μόνο «εδώ ο κόσμος χάνεται και σεις το βιολί σας….»
Όταν πια λίγο αργότερα οι νέοι άντρες του χωριού ήταν έτοιμοι να φύγουν, να παρουσιαστούν στις μονάδες τους, μάθαμε εμείς τα παιδιά, ότι δεν θα είχαμε σχολείο. Χαρά που πήρα… θα γλίτωνα τις «βιτσιές» στα χέρια, αφού το «ΠΙΣΤΕΎΩ» δεν το έμαθα τελικά….
Το σκηνικό είχε αλλάξει: Μάνες αποχαιρετούσαν τους γιούς, γυναίκες τους άντρες, παιδιά τους πατεράδες κι όλοι μαζί τον συγχωριανό. Έμοιαζε πια με πανηγύρι, λες και όλοι αυτοί ξεκινούσαν όχι για πόλεμο μα για γιορτή. Και μήπως δεν ήταν; Γιορτή νίκης ήταν και οι νέοι το ήξεραν. Άκουγες πως σύντομα «θα γυρίσουμε νικητές»! κι αυτό ήταν υπόσχεση.
Πέρασαν τόσα χρόνια, κι όμως οι στιγμές εκείνες μένουν ανεξίτηλες στο μυαλό μου.
Αποχαιρετούσαμε τον πατέρα, που κι εκείνος έφευγε για τη μονάδα του… Και ναι! δε ντρέπομαι  να πω ότι σήμερα, μου μένει περισσότερο το παρακάτω και γελάω. Μέσα σε όλο αυτό, σπαρακτική η φωνή της Ευγενίας ……….(τάδε)….. που φώναζε: « Μην φεύγεις άντρα μου… ένα καδί βούτυρο έχω στο σπίτι, ποιός θα το φάει;»
Το βράδυ άρχισε να βρέχει. Και η Λάγκα πιο έρημη από ποτέ. Πιο σιωπηλή από ποτέ…  Τα Όντρια έστελναν ήχους ελπίδας, αισιοδοξίας και νίκης.
Καθένας στο σπίτι του να προσεύχεται για τον δικό του άνθρωπο, που όδευε στον πόλεμο…
Μετά από δύο ημέρες, ο πατέρας αλλά και όλοι οι πολύτεκνοι επέστρεψαν στο χωριό (μαζί και ο σύζυγος της Ευγενίας, οπότε το βούτυρο στο καδί δεν πήγε χαμένο).
 Αγαλίαση για τις οικογένειες, για τον δικό μας άνθρωπο, μα τόση αγωνία και στεναχώρια για τους άλλους….»

lagka.gr

 

περισσότερα
Back to top button