Κόσμος

Passengers: Επιβάτες χωρίς επιστροφή σε ταινία χωρίς προορισμό

Στο πέρασμά του στο σκληροπυρηνικό Hollywood, ο Νορβηγός σκηνοθέτης του συναρπαστικού Headhunters και του οσκαρικού The Immitation Game μένει έκθετος από ένα άσφαιρο σενάριο, αναιμικό στο δράμα του κι ανεπαρκές στη δράση.

Passengers (2/5)

Περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας, σε σκηνοθεσία του Morten Tyldum και σενάριο του Jon Spaihts, με τους Chris Pratt και Jennifer Lawrence, διάρκειας 116 λεπτών, σε διανομή της Feelgood Entertainment

Σε ένα ταξίδι αποίκησης της άκρης του διαστήματος, δυο επιβάτες ξυπνούν περίπου έναν αιώνα νωρίτερα απ’ όσο πρέπει, αλλά πάλι καλά να λέμε, γιατί στα διαλείμματα του έρωτά τους ίσα που προλαβαίνουν και σώζουν το σκάφος από βέβαια αυτοκαταστροφή.

Χλιαρό ρομάντζο και δράση που δεν βγάζει νόημα, σε μια πρωτότυπη κι ευφάνταστη ιδέα, της οποίας η αυθεντικότητα δεν φτάνει για να μασκάρει τον κοινότοπο τρόπο με τον οποίο πραγματώνεται, η απόπειρα του σκηνοθέτη του συναρπαστικού Headhunters / Κεφαλοκυνηγοί (2011) (απ’ το βιβλίο του Jo Nesbo), αλλά και του αξιέπαινου οσκαρικού The Imitation Game / Το Παιχνίδι της Μίμησης (2014), να περάσει στο σκληροπυρηνικό Hollywood, αποτυγχάνει όχι τόσο λόγω της δυσχέρειας του σκηνοθέτη να βρει χώρο να ελιχθεί στην καλουπωμένη δραματουργική του φόρμουλα, όσο λόγω του αναιμικού δράματος και της τετριμμένης δράσης ενός σεναρίου που τον αφήνει έκθετο. Έχοντας στη βάση της δραματουργίας του ερωτήματα που θα μπορούσαν να ‘χουν διαστάσεις υπαρξιακές (Θα καταδίκαζες στην κόλαση μαζί σου έναν άνθρωπο χωρίς να του το πεις; Και πόσο γίνονται όλα ok, απλά επειδή ξέρεις ότι ταιριάζετε σα το λαδολέμονο με την τσιπούρα;), αλλά αντίθετα ξεδιπλώνονται με βιντεοκλιπίστικη χαριτωμενιά (Μπορεί να είναι λίγο ψυχοπαθής stalker ο πρωταγωνιστής, αλλά έχει χρυσή καρδιά μωρέ στο βάθος, κι ύστερα η κοπέλα που γουστάρει είναι η Jennifer Lawrence, ποιος θα αντιστεκόταν;), η αλλόκοτα άβολη αφετηρία της αφήγησης σπρώχνεται στο περιθώριο για να μπουν φάτσα κάρτα οι ερωτικές ασυμφωνίες των δυο ηρώων, των οποίων η δυσκολία να ξεπεραστούν, κοντράρεται στα ίσια με την πρόκληση να σώσουνε την ανθρωπότητα σχεδόν.

Εν μέσω της προβληματικής χημείας δυο αδιαπραγμάτευτα υπέρκαυτων πρωταγωνιστών (ο Chris Pratt στα πιο συμπαθητικά του, παρά τον κωλοπαιδαρισμό που κρύβει στο μεδούλι του ο χαρακτήρας, κι η Jennifer Lawrence στα πιο μινιμαλιστικά εκθαμβωτικά της, γήινη ακόμα και στο διάστημα), ο Michael Sheen δίνει την πιο ζωηρή, μπριόζικη ερμηνεία της ταινίας στο ρόλο ενός ανδροειδούς μπάρμαν, που παραπέμπει στον Lloyd από τη Λάμψη του Kubrick τόσο ηθελημένα, ώστε να εύχεσαι απλά οι δημιουργοί να προσπερνούσαν όλην αυτήν την παλαβομάρα με το διαστημόπλοιο, κι απλώς να αρχίζαν να αναπαριστούν το εμβληματικό θρίλερ, στο διάστημα. Αλί και δις αλί όμως, πέρα απ’ την αρχική του ιδέα για δυο μοναχικούς επιβάτες ενός διαστημικού Τιτανικού, που ξυπνούν 80 χρόνια νωρίτερα απ’ το προγραμματισμένο, σ’ ένα σκάφος που, για όλα smart γνωρίσματά του, αποδεικνύεται απελπιστικά ηλίθιο, το σενάριο με το οποίο φιλοδοξεί να περάσει στις μεγάλες λίγκες ο βοηθητικός γραφιάς των επιτελείων του Doctor Strange (2016) και του Prometheus / Προμηθέας (2011) (και solo σεναριογράφος του ανεκδιήγητου The Darkest Hour (2011)), προκύπτει τόσο προβλέψιμο κι ανέμπνευστο, ώστε η μόνη επιτυχία που να μπορείς να αναγνωρίσεις στην ταινία, είναι που όταν παίρνει μπρος η ένταση, καταφέρνει να σου θυμίσει να κάνεις ένα δώρο στον εαυτό σου, και να ξαναδείς το Event Horizon (1997), να θυμηθείς τι πάει να πει αυθεντική b-movie αγωνία στο διάστημα.


the-great-wall-o-matt-damon-se-epikes-maxes-sto-siniko-teixos-3

The Great Wall / Το Σινικό Τείχος (0,5/5)

Περιπέτεια φαντασίας σε σκηνοθεσία του Zhang Yimou και σενάριο των Tony Gilroy, Doug Miro και Carlo Bernard, με τους Matt Damon, Pedro Pascal, Willem Dafoe και Tian Jing, διάρκειας 104 λεπτών, σε διανομή της UIP

Το Σινικό Τείχος είχε φτιαχτεί για να αποκρούσει μυθικά τέρατα που θέλαν να κατασπαράξουν τους ανθρώπους, κι αν δεν το πιστεύεις, ιδού τα CGI ντοκουμέντα.

Σαν τους εξωγήινους του The Arrival (1996) ή των The Avengers (2012), που ταξιδεύουν από πλανήτη σε πλανήτη, του ρουφάνε τη ζωή κι ύστερα πάνε στον επόμενο, κάπως έτσι γυρεύει να αποικίσει και το Hollywood την Κίνα: μια τεράστια αγορά ανεκμετάλλευτων δισεκατομμυρίων, την οποία φλερτάρει αβυσσαλέα τα τελευταία χρόνια, καμουφλάροντας ως πολιτική ορθότητα την ποσόστωση σε ασιατικής καταγωγής ηθοποιούς, που εφαρμόζει ευλαβικά στους περιφερειακούς ρόλους του μεγάλων του μπλοκμπαστεριών. Επειδή όμως αντίστοιχη ποσόστωση εφαρμόζει και η Κίνα στον αριθμό των εισαγόμενων ταινιών που δέχεται να προβληθούν εντός των συνόρων της, ενώ παράλληλα μόλις το 25% των εισπράξεών τους επιτρέπει να επιστρέφει σε αμερικανικές τσέπες, το ζευγάρωμα των δυο αγορών είναι το μόνο επόμενο λογικό βήμα, που θα διπλασιάσει σχεδόν τα κέρδη (η επιστροφή επί των εισπράξεων ανεβαίνει στο 43% όταν πρόκειται για συμπαραγωγές), με το The Great Wall να είναι η πρώτη μεγάλη και τρανή ένδειξη του τι περιμένει εμάς τα βατράχια των μικρότερων αγορών, σ’ αυτόν τον γαμήλιο μπάλο των γιγαντιαίων οικονομικών μαμούθ.

Με δραματουργία επιπέδου Looney Tunes (και μάλλον πιο αστεία ακόμα, αφού το γέλιο βγαίνει αθέλητα και κατά λάθος), ετούτος ο φιλμικός αχταρμάς θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει την καλλιτεχνική ταφόπλακα του Zhang Yimou, αν ο σκηνοθέτης του Ήρωα (2002) και του Σπιτιού με τα Ιπτάμενα Στιλέτα (2004) δεν αποτελούσε έτσι κι αλλιώς ένα καγκούρικο κακέκτυπο του Ang Lee, μια υπερεκτιμημένη φούσκα που προέκυψε απ’ την κεκτημένη ταχύτητα που απέκτησαν οι εξωτικές ιστορίες εναέριων πολεμικών τεχνών, μετά τον οσκαρικό θρίαμβο του Τίγρη και Δράκου (2000). Διεκπεραιωτής με άριστες τεχνικές ικανότητες, και κυρίως εξαιρετική δεινότητα στην αφειδή κατανάλωση απεριόριστων budget σε εθνεγερτικές αναμοχλεύσεις μοτίβων της κινεζικής παράδοσης (κάπως σαν τον Γιάννη Σμαραγδή της Κίνας ας πούμε), ο Yimou πιάνει εδώ τον αρχετυπικό μύθο περί της καταγωγής του Σινικού Τοίχους, και το μετατρέπει σε ταινία πιο τέρας κι απ’ τα τεράστια ψηφιακά τέρατα που λυμαίνονται την πλειονότητα των καρέ της. Σ’ αυτήν την πανάκριβη προχειράντζα ολκής του, της οποίας η βρώμα αρπαχτής φτάνει ως εδώ ακόμα κι απ’ τα πέρατα της Άπω Ανατολής, το πιο πετυχημένο εφέ είναι βεβαίως η αδιαπέραστη γενειάδα που κρύβει από πίσω της τη μούρη του Matt Damon στο πρώτο μισάωρο περίπου της ταινίας, στην οποία ο οσκαρούχος ηθοποιός κάνει το πιο τρανταχτό ξεπούλημα ονόματος, και το πιο απογοητευτικό σπατάλημα ταλέντου της καριέρας του ως ώρας. Τουλάχιστον, μάλλον το έκανε για ποσό τόσο ιλιγκιώδες, που απ’ τη ζαλάδα που του προκάλεσε, ο φουκαράς ο Matt αρχίζει με σκοτσέζικο αξάν, το οποίο το γυρνάει στο αμερικανικό κι ύστερα στο κινεζοϊρλανδέζικο, όχι μονάχα αλλάζοντάς το ανά σκηνή, αλλά ακόμα και στον ίδιο διάλογο μέσα. Το οποίο αν δεν είναι τρολάρισμα, τότε είναι βλάβη ιδιαίτερα ανησυχητική, που ελπίζουμε να είναι μοναχά παροδική.

Ιωσήφ Πρωιμάκης

popaganda.gr

περισσότερα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Back to top button