Καστοριά

Παθογένειες του κομματικού φαινομένου και προτάσεις υπέρβασής τους

897654

Του Παναγιώτη Κωστούλα

Αποτελεί πλέον κοινή πεποίθηση ότι καμία μεταρρυθμιστική απόπειρα στο πεδίο των δομών του κράτους και της οικονομίας δεν είναι δυνατόν να ευδοκιμήσει χωρίς την παράλληλη εκ βάθρων επαναθεμελίωση του τρόπου λειτουργίας του πολιτικού συστήματος.

Κατά καιρούς έχουν ακουστεί εξαιρετικά εποικοδομητικές προτάσεις, οι οποίες ωστόσο προσεγγίζουν κατά κανόνα το υπό εξέταση ζήτημα από την αμιγώς θεσμική του σκοπιά, από την «εξωτερική» του, θα μπορούσαμε να πούμε, διάσταση, η οποία άπτεται συνταγματικών κι εν γένει κανονιστικών εκφάνσεων, όπως είναι η ποινική ευθύνη των υπουργών, το πολιτικό χρήμα, το εκλογικό σύστημα κλπ.

Τα κόμματα στην Ελλάδα πάσχουν από έναν αυτιστικό εγκλωβισμό στις εκφάνσεις του ιδρυτικού τους χρόνου.

Υπάρχει όμως και μια «εσωτερική» διάστασητου προβλήματος στην οποία δεν έχει δοθεί κατά τη γνώμη μου η δέουσα προσοχή, αν και ουδόλως στερείται σημασίας ακριβώς διότι επεξεργάζεται και προετοιμάζει σε μεγάλο βαθμό το πολιτικό προϊόν, το οποίο μετουσιώνεται σε πολιτική πράξη και πρακτική: είναι ο εσωτερικός τρόπος λειτουργίας των κομμάτων και οι παθογένειές που παρουσιάζει.

Ποιες είναι οι βασικές συντεταγμένες που χαρακτηρίζουν την εσωτερική λειτουργία του κομματικού φαινομένου στην Ελλάδα;

Πρώτον, είναι η ατταβιστική πρόσδεσή τους σε ονοματολογικές, συμβολικές και ιστορικές νόρμες του παρελθόντος τους. Τα κόμματα στην Ελλάδα πάσχουν από έναν αυτιστικό εγκλωβισμό στις εκφάνσεις του ιδρυτικού τους χρόνου. Αδυνατούν να αντιληφθούν τον εαυτό τους ως οχήματα και εργαλεία που εκπροσωπούν πολιτικούς χώρους και ιδεολογικές οικογένειες κι έχουν την τάση να ταυτίζουν το κόμμα με την παράταξη, τον πολιτικό φορέα με την πολιτική οικογένεια και ιδεολογία.

Οι ιδεολογικοί χώροι οφείλουν να εξελίσσονται στο διάβα του χρόνου και να προσαρμόζονται στις μεταβαλλόμενες συνθήκες και τις αλλαγές δεδομένων που αναπόφευκτα επιφέρει η ιστορική εξέλιξη. Το κόμμα ως στενό πολιτικό υποκείμενο δεν ταυτίζεται ασφαλώς με την πολιτική ιδεολογία, αλλά αποτελεί το όχημα μετουσίωσής της σε πράξη σε κάποιο δεδομένο χρονικό διάστημα.

Σε αυτήν ακριβώς τη διάκριση αποτυγχάνουν σταθερά να προχωρήσουν τα ελληνικά πολιτικά κόμματα και για αυτό παρατηρούμε πολύ συχνά την έντονη αντίδραση και αντίστασή τους σε κάθε προσπάθεια ανασύνθεσης ή μετεξέλιξής τους κάθε φορά που οι συνθήκες το επιβάλλουν με την επιστράτευση των συμβόλων, των κομματικών λαβάρων, της ορθόδοξου πατριωτισμού ή του προσώπου του ιδρυτή τους.

Κάθε δημόσια διαφοροποίηση από την «γραμμή» εκλαμβάνεται ως «υπονόμευση».

Δεύτερον, είναι ο εξαιρετικά προβληματικόςτρόπος σύμφωνα με τον οποίο αντιμετωπίζεται η διαφορετική άποψη, η άποψη που διαφοροποιείται από αυτήν της πλειοψηφίας ή της ηγεσίας.

Η συνήθης προσέγγιση του ζητήματοςεξαντλείται στο κλασικό μοτίβο της υποχρέωσης κατάθεσης της άποψης στα όργανα του κόμματός και η μη δημοσιοποίησή της ευρύτερα για λόγους αποφυγής ενδεχόμενης πολιτικής βλάβης. Πρόκειται κατ’ ουσίαν για το σύστημα του αλήστου μνήμης «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού» που χαρακτήριζε τα κομμουνιστικά κόμματα των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Κάθε δημόσια διαφοροποίηση από την «γραμμή» εκλαμβάνεται ως «υπονόμευση» και ντύνεται με μια σειρά μομφών ηθικού χαρακτήρα που μέσα από μια ατελείωτη δίκη προθέσεων ενοχοποιούν τον διαφοροποιούμενο ως υπονομευτή που εποφθαλμιά κάποια θέση, που θέλει να προσχωρήσει σε αντίπαλο κόμμα και που γενικώς έχει ιδιοτελή, ποταπά κίνητρα, τα οποία αποκλείουν εκ προοιμίου την γνησιότητα της πολιτικής διαφωνίας.

O κομματικός φορέας προσεγγίζεται με όρους φεουδαρχικούς.

Τρίτον, είναι η ευρέως διαδεδομένη λογική της κομματικής επετηρίδας. Η αξία της άποψης και της δράσης ενός πολιτικού στελέχους δεν κρίνεται per se, αλλά με βάση τον χρόνο δραστηριοποίησής του στον κομματικό μηχανισμό. Οι «σώγαμπροι» οι «εκ μεταγραφής» και διάφοροι άλλοι τίτλοι ευγενείας δείχνουν ότι το κομματικό φαινόμενο στη χώρα εξακολουθεί να παρουσιάζει εκτεταμένα γνωρίσματα μιας κακώς νοούμενης δημοσιοϋπαλληλίας, η οποία εννοεί να προσεγγίζει τον κομματικό φορέα με όρους φεουδαρχικούς.

Τέταρτον, είναι η εξαιρετικά δυσχερής διαδικασία της πολιτικής ανανέωσης. Της ουσιαστικής πολιτικής ανανέωσης ασφαλώς που δεν εξαντλείται σε επιφανειακές λογικές βιτρίνας ή ημερομηνίας γέννησης, αλλά στοχεύει στο να μπολιάσει τον κομματικό φορέα με αναζωογονημένες ιδέες, αντιλήψεις και νοοτροπίες που έρχονται μέσα από καινούρια πρόσωπα.

Η φεουδαρχική διάρθρωση των κομμάτων, η λειτουργία φυλάρχων στο εσωτερικό τους που πολύ συχνά ανταγωνίζονται ο ένας τον άλλον, η δημιουργία μηχανισμών που στηρίζει εσωκομματικά τις επιδιώξεις ενός εκάστου κι εν γένει η μετατροπή της κομματικής ενασχόλησης σε οιονεί επαγγελματική δραστηριότητα δυσκολεύει υπέρμετρα εκ των πραγμάτων την ανάδειξη και την ανέλιξη νέων στελεχών από το ευρύτερο σώμα της κοινωνίας αναγκάζοντάς τα μοιραία να προσκολληθούν σε κάποιον από αυτούς τους μηχανισμούς και ακυρώνοντας σε σημαντικό βαθμό την ελευθερία έκφρασης, δράσης και κατάθεσης ιδεών εκ μέρους τους.

Πέμπτον, είναι ο εξαιρετικά ελαστικός τρόπος με τον οποίο εφαρμόζεται στις διαδικασίες η κομματική νομιμότητα, όπως αυτή προβλέπεται από το εκάστοτε καταστατικό. Μιλάμε για μια παθογένεια, η οποία μπορεί να ξεκινά από ντροπιαστικά φαινόμενα νόθευσης αποτελεσμάτων εσωκομματικών εκλογών και να εκτίνεται μέχρι την εν ψυχρώ αγνόηση συνεδριακών αποφάσεων ή τα κοινή συναινέσει “στραβά μάτια” σε καταστατικές καταστρατηγήσεις όταν αυτές βολεύουν την πλειοψηφία.

Το κόμμα δεν είναι ο ελέω Θεού εκφραστής της αλήθειας στην οικουμένη.

Αποτελεί βαθιά μου πεποίθηση ότι μια εκ βάθρων μεταρρύθμιση του τρόπου λειτουργίας του πολιτικού συστήματος στην “εξωτερική” του διάσταση δεν πρόκειται να αποδώσει τα αναμενόμενα εάν δεν συνοδευτεί κι από μια ειλικρινή προσπάθεια διόρθωσης των κακώς κειμένων αναφορικά με την “εσωτερική” διάσταση.

Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα που θίξαμε πιο πάνω (την συναισθηματική προσκόλληση στην ιστορικότητα των κομμάτων) η επίλυσή περνά μέσα από την αλλαγή νοοτροπίας ως προς τον τρόπο που προσεγγίζουμε τον κομματικό μας φορέα. Περνά μέσα από τη συνειδητοποίηση ότι το κόμμα δεν είναι ο ελέω Θεού εκφραστής της αλήθειας στην οικουμένη προορισμένο να ζει στο διηνεκές και να εκφράζει κατ’ αποκλειστικότητα μια πολιτική παράταξη ή ιδεολογία. Το κόμμα δεν υπάρχει για τον εαυτό του, δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι το μέσο έκφρασης κι εφαρμογής ενός πολιτικού προγράμματος μέσα σε ορισμένο χρονικό διάστημα. Όταν η επιτακτικότητα των συνθηκών το επιβάλλει οφείλει να ανανεώνεται, να μετεξελίσσεται κι όταν είναι απαραίτητο ακόμα και να αυτοδιαλύεται για να δώσει τη θέση του σε κάτι καινούριο. Τα ιστορικά παραδείγματα άπειρα.

Ως προς το δεύτερο ζήτημα (την ενοχοποίηση της διαφορετικής άποψης) φρονώ ότι δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική λύση όσο τα ελληνικά πολιτικά κόμματα παραμένουν προσωποπαγή, όσο δηλαδή η προσωπικότητα του ηγέτη επισκιάζει τα πάντα και του παραχωρεί το δικαίωμα περίπου να κάνει ό,τι θέλει. Δεν είναι δυνατόν με άλλα λόγια να επικρίνουμε το πρωθυπουργοκεντρικό μοντέλο διακυβέρνησης και να μην μας ενοχλεί το ίδιο φαινόμενο σε μικρογραφία εντός του κόμματος.

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει εσωκομματική χάβρα. Σημαίνει όμως ουσιαστικό σεβασμό (και καταστατική θεσμοθέτηση όπου δεν υπάρχει) πολιτικών τάσεων μέσα στα κόμματα, σημαίνει δημιουργία καταστατικών αντιβάρων που θα μετριάζουν την υπερσυγκέντρωση εξουσιών στο πρόσωπο του αρχηγού, σημαίνει καθιέρωση συγκεκριμένης χρονικής θητείας για τον επικεφαλής και επαναξιολόγησή του και σημαίνει βέβαια και εμβάθυνση της εσωκομματικής δημοκρατίας με την διεξαγωγή ηλεκτρονικών δημοψηφισμάτων ανάμεσα στα μέλη αναφορικά με κομβικές αποφάσεις του κόμματος είτε τακτικής είτε ακόμα και στρατηγικής φύσης.

Έχουν ωριμάσει οι συνθήκες προκειμένου να περάσουμε σε κόμματα στελεχών.

Ως προς το τρίτο ζήτημα (τη λογική της επετηρίδας) νομίζω ότι έχουν ωριμάσει οι συνθήκες προκειμένου να περάσουμε σε κόμματα στελεχών. Σε κόμματα δηλαδή που θα αναθέτουν συγκεκριμένες αρμοδιότητες κι αποστολές στα στελέχη τους, τα οποία εν συνεχεία θα κρίνονται και θα αξιολογούνται ως προς το κατά πόσον τις έφεραν σε πέρας επιτυχώς. Σε κόμματα που θα απαρτίζονται από οργανωμένα και υπεύθυνα μέλη με συγκεκριμένα δικαιώματα, αλλά και προκαθορισμένες υποχρεώσεις.

Ως προς το τέταρτο ζήτημα (την δυσχερή στελεχιακή ανανέωση) θα μπορούσε να θεσπιστεί ανώτατο χρονικό όριο θητείας σε συγκεκριμένες κομματικές θέσεις και να μπει ρήτρα ανανέωσης στη στελέχωση των κομματικών οργάνων όχι φυσικά στη βάση ηλικιακών προσδιορισμών, αλλά με βάση συγκεκριμένα κριτήρια αξιοσύνης, πολιτικής κι επαγγελματικής επάρκειας.

Τα κόμματα είναι το πρωτογενές κύτταρο της δημοκρατίας.

Τέλος, αναφορικά με το πέμπτο ζήτημα (την ελαστικότητα εφαρμογής της καταστατικής νομιμότητας) νομίζω πως η αναθέρμανση της λειτουργίας πειθαρχικών συμβουλίων με αναλογική εκπροσώπηση εντός τους όλων των πολιτικών τάσεων, η δυνατότητα προσφυγής σε αυτά κάθε μέλους που θεωρεί ότι συντελέστηκε κάποια καταστατική παράβαση ή κάποια αδικία σε βάρος του και η εκ των προτέρων θεσμοθέτηση κυρώσεων για συγκεκριμένα «αδικήματα» θα μπορούσε να θέσει αποτελεσματικό φραγμό σε παντός είδους αυθαιρεσίες. Ένα είδος εσωτερικού πειθαρχικού δικαίου δηλαδή που θα προβλέπει ποιοι είναι οι λόγοι διαγραφής από το κόμμα, αποκλεισμού από κάποιο όργανο κλπ, ώστε όλα αυτά να μην αφήνονται στην υπερσυγκεντρωτική διακριτική ευχέρεια του εκάστοτε αρχηγού.

Τα κόμματα είναι το πρωτογενές κύτταρο της δημοκρατίας. Εντός τους αντικατοπτρίζονται όλες οι αρετές μα και όλες οι αδυναμίες του αντιπροσωπευτικού συστήματος. Ο τρόπος λειτουργίας τους χρειάζεται εκσυγχρονισμό προκειμένου να καταστούν ικανά να παράγουν πολιτική προς όφελος της χώρας αντί να εκφυλίζονται σε μηχανισμούς αναπαραγωγής αξιωμάτων. Το κείμενο αυτό προτείνει ορισμένες κατευθύνσεις χωρίς να διεκδικεί το αλάθητο, φιλοδοξώντας πάνω από όλα να αποτελέσει ένα έναυσμα για την έναρξη μιας ουσιαστικής συζήτησης ως προς την αλλαγή του τρόπου δομής και λειτουργίας τους.


* Ο Πίνακας που συνοδεύει το κείμενο, είναι: Paul Cézanne (1839 – 1906), Large Bathers

Κωστούλας, Παναγιώτης

Ο Παναγιώτης Κωστούλας γεννήθηκε, ζει και εργάζεται στην Καστοριά ως δικηγόρος. Είναι απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και κάτοχος master στο τραπεζικό δίκαιο από το City University του Λονδίνου. Στις ευρωεκλογές του 2014 ήταν υποψήφιος ευρωβουλευτής με την Ελιά και στις εκλογές του Ιανουαρίου και του Σεπτεμβρίου του 2015 υποψήφιος βουλευτής του ΠΑΣΟΚ και μέλος της κεντρικής επιτροπής του κόμματος από τον περασμένο Ιούνιο.

 

ekyklos.gr

 

 

 

περισσότερα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Back to top button